Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

H δύναμις του ενός - σαν εισαγωγή

Είναι πράγματι εντυπωσιακό το πόσο καθοριστικός μπορεί να αποδειχθεί ένας και μοναδικός άνθρωπος για έναν ολόκληρο τόπο.


Το πόσο θετική ή αρνητική επίπτωση στη ζωή χιλιάδων ανθρώπων μπορεί να έχει μία προσωπικότητα.


Το πόσο ο χαρακτήρας ενός εκλεγμένου άρχοντα επιρεάζει την ανάπτυξη και την πρόοδο κάθε πολίτη μιας ολόκληρης περιοχής.


Όμως, ειλικρινά πιστεύω ότι όποιος ενδιαφέρεται περισσότερο για το δικό του πολιτικό μέλλον, αντί για το μέλλον όσων τον διάλεξαν, μάλλον πρέπει να απομακρύνεται ώς ακατάλληλος προς δημόσια χρήση. Είτε (πολύ σπάνια) οικειοθελώς, είτε να τον στέλνουμε σπίτι του εμείς οι πολίτες.


Ακολουθεί η πρώτη μιας μικρής σειράς προσωπικών σκέψεων που έχουν σαν αφετηρία την παρατήρηση και την ανάλυση τριών τέτοιων περιπτώσεων, δύο τέως και μίας εν ενεργεία.

H δύναμις του ενός (1/3)

Περίπτωση πρώτη: ο πρώτος τη τάξη πολίτης του νομού.

Έχοντας σχεδόν ολοκληρώσει κάποιος πορεία τριών θητειών, έχει δείξει τις όποιες αρετές αλλά και τα αρνητικά σημεία του. Στις πρώτες θα κατέτασα την επιμονή του, κάποιες πλευρές της οποίας απέβησαν θετικές για τον νομό. Στα σύν και η άμετρη φιλοδοξία του, που ίσως τον οδηγεί σε ενέργειες που βοηθούν τελικά τους πολλούς.

Η αλαζονεία όμως, πόσο θετική είναι και ποιόν βοηθάει; Πόσο επιτρέπει την καθαρή σκέψη; Η αίσθηση του αλάνθαστου, του ανθρώπου που βρίσκεται περίπου στο απυρόβλητο, δεν είναι άραγε χαρακτηριστικό πολιτικού που συχνά δείχνει να βάζει το εγώ, πολύ πριν το εμείς;

H διαφαινόμενη διολύσθηση σε θέσεις – που εκφράστηκαν από την συντηριτική παράταξη στην οποία ανήκει ο εν λόγω άρχων- του τύπου “το νόμιμο είναι και ηθικό”, δεν είναι καταλύτης δημιουργίας νοσηρού κλίματος στον νομό και μεταξύ των συνεργατών του;

Προσωπικά δηλώνω θιασώτης άλλων ρήσεων όπως η ρωμαϊκή “η γυναίκα του Καίσαρα (και πολύ περισσότερο ο ίδιος ο Καίσαρας!) δεν πρέπει μόνο να είναι αλλά και να φαίνεται τίμια”. Ή όπως η λαϊκή σοφία “όπου υπάρχει καπνός, υπάρχει και φωτιά”.

Καλώς ή κακώς, το “καθαρός νοικοκύρης” στον δημόσιο βίο, δεν τεκμέρεται από το αν αποδεικνύονται οι όποιες υποψίες. Ιδιαίτερα όταν αυτές είναι ολοένα συχνότερες και πιο συγκεκριμμένες, εξειδικεύοντας την γενική αίσθηση που έχουν όλοι λίγο-πολύ οι πολίτες. Ακόμη και οι ανήκοντες στην ίδια παράταξη.

Μία πολύ λεπτή η γραμμή χωρίζει το (κακώς μεν, αλλά) ψιλο-αποδεκτό “ίσως, αλλά τουλάχιστον κάνει έργο” από το πολιτικά τιμωρητέο “ίσως κάνει κάποιο έργο, αλλά το παράκανε”. Και το υπερμέγεθες “εγώ” κάνει την γραμμή ακόμη πιο δυσδιάκριτη.

Νομίζω δικαιούμαι να σκεφτώ ότι ένας πολιτικός δουλεύει αντίθετα στο κοινό συμφέρον, όταν αδυνατεί να συνεργαστεί με τους άλλους εκλεγμένους του νομού, ακόμη και του δικού του χώρου, αντιμετωπίζοντάς τους ως προσωπικούς εχθρούς (*) ή ως …σφετεριστές του θρόνου του. Όταν φανερά τους υποσκάπτει, εποφθαλμιώντας κουτοπόνηρα τη θέση τους.

Αν ενδίδει κανείς στον πειρασμό και αντιμετωπίζει τα “εργαλεία” που του εμπιστεύεται η πολιτεία σαν εφαλτήριό του, μάλλον κάνει σοβαρά λάθη που έχουν επίπτωση σε όλους. Άν διαχειρίζεται κονδύλια – χρήματα όλων μας –, με κριτήριο ΚΑΙ την προσωπική του ανέλιξη και την διεκδίκιση της όποιας καρέκλας, μάλλον έχει χάσει τη στόχευσή του. Δεν υπηρετεί όσο πρέπει το λόγο για τον οποίο εξελέγει, να δρά προς όφελος των πολλών. Που είναι πάντα σημαντικότερο από το όποιο ίδιον.

Δεν γίνεται πχ να δίνει χρήματα “τουριστικής προβολής” (**), σε (επιεικώς) αμφιλεγόμενους εκπροσώπους των ΜΜΕ (;;;) που πρωταγωνιστούν αρνητικά σε κάθε “Αλ Τσαντήρι”, για να του πλέκουν το εγκώμιο με απίστευτες υπερβολές που όχι απλά επιτρέπει αλλά εμφανώς απολαμβάνει. Άραγε πόσους επισκέπτες έφερε η ενέργεια αυτή στον τόπο που τόσο ανάγκη έχει;

Mία απλή σύγκριση των πενιχρών αποτελεσμάτων των ποσών που ξοδεύτηκαν για “τουριστική προβολή” του νομού χρόνια ολόκληρα, με τα αποτελέσματα μικρότερων επενδύσεων άλλων νομών με πολύ καλύτερα αποτελέσματα, θέτει άμεσα ερωτηματικά για το ποιός ήταν πράγματι ο στόχος της “προβολής”. Έχει κάποιος τέτοιο δικαίωμα;

Oι πολιτικοί πρέπει είναι συνεπείς με τις δηλώσεις τους. Δικαιούται να λέει κανείς “δεν με ενδιαφέρει πλέον η αυτοδιοίκηση, ήρθε η ώρα της κεντρικής πολιτικής σκηνής”, και να συζητάει την περίπτωση μίας βόλτας πχ από τον δήμο, ώστε να διεκδικήσει θέση βουλευτή όντας πιθανός δήμαρχος (δεν ισχύει ασυμβίβαστο όπως με την θέση του νομάρχη); Aποκρύπτωντας από τους πολίτες ότι ίσως καταλήξουν στη μέση της τετραετίας με δήμαρχο πχ ένα Γιώργο ενώ ψηφίσαν Θόδωρο;

Οι πολιτικοί πρέπει να κάνουν έργα και όχι απλά να τα περιγράφουν. Όταν εξαγγέλει κανείς θορυβώδη πυροτεχνήματα για να θαμπώσει τους ιθαγενείς (αξιοποίηση βουνών και ποταμών, ενυδρεία, γεωθερμικά και τόσα άλλα) και μετά από 12 χρόνια βαδίζει σημειωτόν, μήπως αντί για δουλειά, κάνει τελικά προσωπική επικοινωνία; Χάνοντας ευκαιρίες, χρήματα και χρόνο όλων μας;

Όσα γράφω και άλλα τόσα, γράφονται στις εφημερίδες και λέγονται στα νομαρχιακά συμβούλια. Αλλά κυρίως συζητιώνται στις παρέες, στα καφενεία, στις συγκεντρώσεις από εμάς τους ίδιους που πρέπει να σκεφτούμε αν αυτό θέλουμε πραγματικά. Για τον νομό, την πόλη, τον τόπο μας.

Ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει την διαφορά. Προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Κάτι πρέπει να κάνουμε όταν συνειδητοποιούμε ότι κάποιος μας κρατάει πίσω, ότι βρίσκεται ώς λογική και πολιτική στον προηγούμενο αιώνα ενώ εμείς θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά. Στο τέλος, εμείς έχουμε το λόγο και την δύναμη. Εμείς αποφασίζουμε.

(*) (http://www.youtube.com/watch?v=TkWFaGA4vyk)

(**) (http://www.youtube.com/watch?v=-NiKJrWOUGE)

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Περί πολιτικής σκέψεις (001)

Η επαφή από την λεπτή θέση του συμβούλου με την πολιτική, τους πολιτικούς, και γενικότερα εκείνους που εμπλέκονται στα κοινά, είναι πολύ αποκαλυπτική για τους ανθρώπους και την συμπεριφορά τους. Κυρίως αναφορικά με το πως αυτή διαμορφώνεται υπό το βάρος της εξουσίας (ή της έλειψής της) και της προβολής που αυτή συνεπάγεται.

Από τον κανόνα αυτό δεν ξεφεύγουν όλοι λίγο-πολύ, είτε πρόκειται για συνδικαλιστές και προέδρους συλλόγων, είτε για στελέχη της τοπικής αυτοδιοίκησης, είτε για πρωταγωνιστές και …κομπάρσους της κεντρικής πολιτικής σκηνής.

Τελικά, ο καθένας συμπεριφέρεται ανάλογα με τον χαρακτήρα του, πολιτεύεται σύμφωνα με το τι κουβαλάει από το σπίτι του. Όλα όσα κρύβονται πίσω από τον χαρακτήρα μας, μεγεθύνονται από την έκθεση στα προβλήματα, από την δύναμη που πρόσκαιρα αποκτιέται και από την ψευδαίσθηση ότι είναι ξαφνικά κανείς το κέντρο του σύμπαντος.

Έτσι, ο κύριος πολιτεύεται ανάλογα, ο μικροπρεπής αντίστοιχα, ο ανασφαλής δημιουργεί το σχετικό κλίμα γύρω του και ο πρακτικός, ο άνθρωπος της δράσης μπαίνει μπροστά και κάνει ότι χρειάζεται.

Αυτό που πάντα πρέπει όμως να έχουμε όλοι κατά νου, είναι ότι ο πολίτης ούτε ηλίθιος είναι, ούτε συναισθηματικά ανάπηρος. Οι πολίτες είμαστε εμείς, οι παρέες μας, οι φίλοι και οι συγγενείς μας. Κανένας δεν ξεγελιέται χωρίς να το θέλει, τουλάχιστον για πάνω από 2-3 φορές. Αυτή την εποχή ζούμε.

Όποιος λοιπόν βγάζει όπου σταθεί και όπου βρεθεί το άγχος του για προσωπική προβολή, για κάλυψη της ανασφάλειάς του, όποιος κάνει δηλώσεις επιπέδου Πυθίας για να πει μετά “σας το είπα εγώ”, όποιος ρίχνει άδεια για να πιάσει γεμάτα ας θυμάται ότι είμαστε όλοι περίπου διαφανείς. Ότι τα ρούχα του βασιλιά, του αντιβασιλιά (εν ενεργεία ή τέως) και των αυλικών είναι διάφανα, ότι όλοι παρατηρούν και σχολιάζουν.

Η λύση είναι μία και γνωστή τοις πάσι, αλλά αποδεικνύεται δύσκολη στην εφαρμογή της, ιδιίτερα όταν ο πανικός λάμπει στο μάτι. Το μόνο που έχει να κάνει κανείς είναι να προσπαθήσει όσο περισσότερο μπορεί, να συμμετέχει με πολιτική και όχι με παραπολιτική και ανούσια σχόλια για να δημιουργεί απλά θόρυβο και να περιμένει να τον ξανακαλέσει ο κόσμος, αν τον θέλει.

Η αίσθηση του εξυπνότερου όλων, του βαθέος γνώστη των πάντων χωρίς συνεδητοποίηση της ημιμάθιας, και η τάση να λέμε πράγματα που δεν μπορούμε να υλοποιήσουμε χωρίς μεγάλο προσωπικό κόστος (κόστος που τελικά δεν θέλουμ ενα πάρουμε) απλά για να έχουμε να λέμε κάτι, οδηγεί στα αζήτητα με μαθηματική ακρίβεια. Ποιός έχει αλήθεια ανάγκη από κάποιον με τα χαρακτηριστικά αυτά; Πόσο πίσω, χρονικά αλλά και σαν κοινωνία, μας πάνε τέτοιες συμπεριφορές που θυμίζουν όσα όλοι μαζί αποφασίσαμε να ξεπεράσουμε άπαξ δια παντός;

Oι καιροί αλλάζουν και καλούν για σοβαρότητα, απλότητα λόγου και σκέψεων, για ευγένεια και πραγματικό ενδιαφέρον για τον πολίτη, χωρίς κραυγές και ψιθύρους, χωρίς “στρογγυλάδες” και λεονταρισμούς, χωρίς απειλές και μπαγαποντιές επαρχιώτη πολιτευτάκου.

Όλα αυτά γράφονται σαν συμπηκνωμένη εμπειρία και όχι με κάποιο συγκεκριμμένο πρόσωπο στο μυαλό. Το δηλώνω προκαταβολικά για να μην παρεξηγηθώ. Τώρα, αν κάποιοι δουν τον εαυτό τους στις σκέψεις αυτές, μάλλον είναι γιατί έχουν την μύγα και μυγιάζονται. Στην περίπτωση αυτή ελπίζω να βοηθάω και δηλώνω πως ότι γράφω δημόσια και επώνυμα, λέγεται με αγάπη και ειλικρινές ενδιαφέρον. Γιατί πρώτος εγώ αναγνωρίζω ότι είναι μεγάλη θυσία το να εκτίθεσαι, το να προσπαθείς για το κοινό καλό, το να είσαι έτοιμος να γίνεις στόχος κακόβουλων σχολίων που κάποιες φορές γίονται και πολύ, πολύ προσωπικά. Άδικα προσωπικά.

Θαυμάζω τους ανθρώπους που αποφασίζουν να το κάνουν και γράφω όλα αυτά ώστε να μην κάνουν την δύσκολη θέση στην οποία μόνοι τους επιλέγουν ακόμη δυσκολότερη με λάθος προσωπικές επιλογές και προσεγγίσεις.

(το σχόλιο είναι το 1ο στην θεματολογία αυτή, και δεσμεύομαι ότι θα ακολουθήσουν σύντομα και άλλα)

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

2-3 πράγματα που έμαθα για τη διαφήμιση

Διαφήμιση (ή καλύτερα επικοινωνία) είναι το σύνολο των ενεργειών που κάνει ένα προϊόν (ή μία εταιρία , μία υπηρεσία, ακόμη και ένας άνθρωπος όπως για παράδειγμα ένας καλιτέχνης, ή και μία ιδέα όπως πχ η αιμοδοσία) για να γίνει γνωστό στο κοινό-στόχος του με σκοπό την αύξηση της αναγνωρισιμότητας, την επιλογή και τελικά την πώληση.

Πώληση στην επικοινωνία ονομάζουμε γενικότερα την επιλογή, ακόμη και αν η χρήση του όρου δεν είναι κάποιες φορές δόκιμη. Πχ για την επικοινωνία ενός κόμματος, πώληση σημαίνει επιλογή και υπερψήφισή του.

Οι ανάγκες του καθένα μας είναι αρχέγονες και καταγεγραμμένες στο DNA μας. Τέτοιες είναι η ανάγκη για ασφάλεια, για καθαριότητα, για υγεία, για αποδοχή, για κοινωνικότητα, για επιτυχία, για ποιότητα ζωής, για ευκολία κλπ

Αν και η διαφήμιση κατηγορείται πολύ συχνά ότι δημιουργεί στους καταναλωτές ανάγκες που δεν έχουν, κάτι τέτοιο δεν ισχύει καθώς είναι αδύνατον. Αυτό που κάνει όμως, είναι να επιμερίζει τις αρχέτυπες ανάγκες και με τον τρόπο αυτό να δημιουργεί νέες πωλήσεις. Αυτό, πράγματι μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι χρειαζόμαστε κάτι ενώ πιθανόν καλυπτόμαστε από κάτι που ήδη έχουμε. Για παράδειγμα:

- η ανάγκη της καθαριότητας γίνεται ανάγκη για προσωπική καθαριότητα, των ρούχων μας, του σπιτιού, του αυτοκινήτου κλπ

- η ανάγκη για καθαριότητα πχ στα ρούχα γίνεται με την σειρά της “ανάγκη ειδικών” προϊόντων για έγχρωμα, ή για άσπρα, ή για μαύρα, ή για ευαίσθητα, ή με άρωμα λεβάντα, ή με μπλέ και πράσινους κόκκους κλπ

Η επικοινωνία λειτουργεί επιθετικά (αγόρασέ με) αλλά και αμυντικά (προτίμησε εμένα έναντι του άλλου ανταγωνιστικού”).

Ο κάθε ένας μας έρχεται καθημερινά σε επαφή με εκατοντάδες ή και χιλιάδες επικοινωνιακά μηνύματα. Άλλα προφανή όπως αυτά που φτάνουν σε μάς μέσα από την ....κλασσική διαφήμιση (ένα τηλεοπτικό σπότ, μία διαφήμιση στο περιοδικό ή μία αφίσσα στο δρόμο) και άλλα πιο …υπόγεια και γκρίζα όπως μέσα από τις συσκευασίες, τα σήματα πάνω στα προϊόντα που χρησιμοποιούμε εμείς ή οι άλλοι γύρω μας, ακόμη και από τη φίρμα πάνω στο μπλουζάκι του απέναντι.

Ελάχιστα προϊόντα μας αφορούν όλους, ασχέτως ηλικίας, τάξης, φύλλου κλπ. Τα προϊόντα αυτά λέγονται commodities. Χαρακτηριστικά τέτοια προϊόντα είναι το σαπούνι, το χαρτί υγείας, το ψωμί κλπ.

Όλα τα άλλα προϊόντα αφορούν συγκεκριμμένο κοινό που, όσο πιο εξειδικευμένα είναι τόσο στενότερο γίνεται. Όσο πιο σωστά περιγράψουμε το κοινό - στόχος, τόσο πιο αποτελεσματική γίνεται η επικοινωνία μας.

Τα κοινά - στόχος καθορίζονται με βάση πολλά κριτήρια όπως η μόρφωση, το φύλο, η κοινωνική τάξη, η ηλικιακή ομάδα, η οικογενειακή κατάσταση, η αγοραστική δύναμη, τα γούστα τους, οι συνήθειες κλπ.

Η επικοινωνία είναι πλέον μια επιστήμη που στηρίζεται σε συνεχή έρευνα και μελέτες συμπεριφοράς. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το τί τρώμε και πότε, τι κανάλια παρακολουθούμε, ποιές ώρες και για πόσο, τι έχουμε και δεν το θέλουμε, τι θέλουμε και δεν το έχουμε, πως διασκεδάζουμε, ποιά είναι τα όνειρά μας, ποιά τα πρέπει και ποιά τα μή μας, είναι όλα υπό συνεχή παρακολούθηση και αποτελούν αντικείμενα εμπεριστατωμένων αναλύσεων. Η διαφήμιση δεν είναι τυχαία ή αποτέλεσμα έμπνευσης. Κυρίως είναι προϊόν έρευνας και βαθειάς γνώσης. Η εργασία αυτή είναι κυρίως δουλειά του τμήματος μέσων της διαφημιστικής εταιρίας και δεν είναι τυχαίο ότι οι επαγγελματίες αυτοί συνήθως προέρχονται από τον μαθηματικό κλάδο.

Τα άλλα τμήματα μιας διαφημιστικής εταιρίας είναι 1. το τμήμα εξυπηρέτησης πελατών που είναι ο άμεσος κρίκος της εταιρίας με τον πελάτη και 2. το δημιουργικό τμήμα που είναι υπεύθυνο για τις ιδέες που παράγονται. Στο τμήμα αυτό εργάζονται κειμενογράφοι (που ασχολούνται με τα διαφημιστικά σκεπτικά, τα σλόγκαν, τα κείμενα, τα σενάρια κλπ) και γραφίστες ή άλλοι ειδικοί της εικόνας (που επιμελούνται την οπτικοποίηση των ιδεών).

Στόχος είναι να πάρουμε το μέγιστο αποτέλεσμα (οι περισσότερες δυνατές πωλήσεις από όσο πιο πολλούς καταναλωτές) με το μικρότερο δυνατό κόστος (σε παραγωγές, μελέτες, διαφημιστικά κονδύλια κλπ) και στον συντομότερο χρόνο.

Το διαφημιστικό κόστος τελικά βαρύνει τον καταναλωτή, καθώς υπολογίζεται από την κάθε εταιρία που παράγει το προϊόν σαν άλλο ένα έξοδό της.

Ο κάθε ένας μας είναι σε θέση να υποδείξει αυθόρμητα μέχρι 10 προϊόντα μίας κατηγορίας, όταν ερωτηθεί. Στόχος κάθε επικοινωνίας είναι να τοποθετήσει το προϊόν που προβάλει, στην πρώτη τριάδα της δεκάδας αυτής ή / και να το διατηρήσει εκεί.

Μεγάλη ποσότητα από τα μηνύματα που δεχόμαστε καθημερινά δεν μας αφορούν καθώς δεν ανήκουμε στο κοινό – στόχος. Φορτίζουν όμως το μυαλό μας και πιθανόν μας αποτρέπουν από το να αντιληφθούμε ή να προσέξουμε τα μηνύματα που όντως μας είναι χρήσιμα.

Όσο πιο σαφής, εστιασμένη και ακριβής είναι κάθε επικοινωνία, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να είναι αποτελεσματική. Πρέπει στον ελάχιστο χρόνο που θα της διαθέσει ο καταναλωτής, να κερδίσει την προσοχή του, να διηγηθεί την ιστορία της, να ξεχωρίσει από όλα τα άλλα σχετικά ή άσχετα μυνήματα, να τον ενημερώσει και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του με αποτέλεσμα την επιλογή, την πώληση και την πιστότητά του. Προφανώς η δουλειά αυτή δεν είναι εύκολη.

Σήμερα, σε κάθε προϊοντική κατηγορία που μπορούμε να σκεφτούμε, παρατηρούμε το εξής φαινόμενο: Εταιρίες με συγκρίσιμο κύρος, παράγουν και μας προτείνουν προϊόντα με ανάλογα χαρακτηριστικά, ίδιας περίπου ποιότητας και σε ανταγωνιστικές, παραπλήσιες τιμές. Τα στοιχεία αυτά ονομάζονται χειροπιαστά (tangibles) και απευθύνονται στην λογική μας. Η κατάσταση όμως που περιγράψαμε κάνει την επιλογή δύσκολη καθώς πλέον συγκρίνουμε προϊόντα που μοιάζουν περίπου όμοια. Έτσι, η επικοινωνία πρέπει να φορτίσει το κάθε προϊόν και με άυλες συναισθηματικές αξίες άυλες που θα κάνουν τον καταναλωτή να τα αισθανθεί δικά του. Οι συναισθηματικές αυτές αξίες στοχεύουν στο θυμικό του κάθε καταναλωτή.

Καμμία διαφήμιση δεν μπορεί να σώσει ένα κακό προϊόν. Στην πραγματικότητα μάλιστα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Καλή επικοινωνία σημαίνει ότι πολλοί άνθρωποι θα δοκιμάσουν γρήγορα το προϊόν και διαπιστώνοντας ότι δεν είναι καλό (δεν λειτουργεί, είναι ακριβότερο απο ότι πρέπει χωρίς λόγο, δεν δίνει όσα υπόσχεται κλπ) θα το απορρίψουν σε πολύ σύντομο χρόνο.

Ο καταναλωτής δεν είναι ηλίθιος, είμαστε όλοι εμείς! Ή όπως έλεγε και ο γίγαντας της διαφήμισης David Ogilvy: Mην υποτιμάτε τον καταναλωτή, ο καταναλωτής είναι η μητέρα σας!

Επικοινωνία σημαίνει ενημέρωση, γνώση, δυνατότητα επιλογής, ώριμες αποφάσεις αγοράς, συμφερότερες συναλλαγές, καλύτερες καταναλωτικές συνθήκες για όλους μας. Η κοινωνία μας θα ήταν πολύ χειρότερη χωρίς την διαφήμιση που, άλλωστε, ελέγχεται διαρκώς ώστε να μην είναι παραπλανητική, υπερφίαλη, αναληθής. Υπάρχουν πολλά παραδέιγματα σε όλες τις δυτικές χώρες όπως η Ελλάδα που πιστοποιούν ότι η διαφήμιση πολύ δύσκολα πλέον μπορεί να μας εξαπατήσει.

Παρόλα αυτά, βασική άμυνα όλων μας απέναντι στην σύγχρονη διαφήμιση (εκτός από την θέσπιση κανόνων και νόμων που έτσι και αλλοιώς ισχύουν) είναι η γνώση και η κριτική σκέψη μας. Όλοι μας γινόμαστε ολοένα και πιο ώριμοι, πιο ψιλιασμένοι κινδυνεύοντας πολύ λιγότερο από τις κακές διαφημίσεις.

Τα επώνυμα προϊόντα μας καθορίζουν σαν προσωπικότητες, σαν κοινωνική θέση (ή έτσι θεωρούμε). Είναι σύμβολα ομάδων και εκπέμπουν σήματα για λογαριασμό μας. Σκεφτείτε πόσο διαφορετικός μπορεί να δείχνει ο ίδιος άνθρωπος φορώντας casual ρούχα (είμαι άνετος, χαλαρός, καθημερινός, αδιαφορώ για τη γνώμη σου) ή κοστούμι (είμαι σοβαρός, έχω κύρος, είμαι επαγγελματίας, έχω αυτοπεποίθηση). Ή όταν βγαίνει από ένα παλιό Hyundai σε σχέση με το να βγαίνει από μία ολοκαίνουργια Mercedes.

(σημ.: το αρθράκι αυτό δόθηκε σαν βοήθημα στους μαθητές που συμμετείχαν στην περιβαλλοντική ομάδα του πειραματικού Αθηνών. Ζητήθηκε απο τους καθηγητές και ελπίζω να αποδείχθηκε χρήσιμο)

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΠΡΩΙΝΗ» - 12/08/09 (part 1/2)

Βάλαμε το Δημοσθένη Mπρούσαλη στο εδώλιο

Ο «εθνικός μακετίστας» απολογείται

στη Βούλα Θασίτου Δεληγιάννη


Η πρώτη μου επαφή με το φερόμενο ως «εθνικό μακετίστα» έγινε γύρω στις 20 Μαΐου, μ’ ένα «αδέσποτο» μήνυμα που έλαβα στο facebook. Φυσικά μέχρι τότε κάτι είχε πάρει το αυτί μου για έναν «ακατονόμαστο» κύριο που επέμενε να διχάζει την τοπική κοινωνία και να ...προκαλεί τα πλήθη με τη θρασύτατη συμπεριφορά του. Πριν του απαντήσω όπως ακριβώς του άξιζε, φρόντισα να ερευνήσω μέσω ίντερνετ το «ποινικό του μητρώο» κι έτσι σιγουρεύτηκα πως του έπρεπε η σκληρότερη των τιμωριών.

 

Η πρώτη μας κατ’ ιδίαν γνωριμία έγινε επί αθηναϊκού εδάφους στις αρχές του περασμένου Ιούνη, όταν προχώρησα στο απονενοημένο διάβημα να παραστώ στον ΙΑΝΟ, για την παρουσίαση του 52ου Φεστιβάλ Φιλίππων – Καβάλας. Όπως πλέον γνωρίζουν και οι πέτρες, ο Δημοσθένης κρύβεται πίσω από το δημιουργικό κομμάτι του θεσμού.

 

Το χειρότερο ατόπημα όλων είναι πως στο μεσοδιάστημα διατηρήσαμε την επαφή μας κι έτσι σταδιακά είχα την ευκαιρία να ανακαλύψω, ότι όλες οι κατηγορίες που του απευθύνουν είναι αληθείς! Περίμενα λοιπόν διακαώς τη στιγμή που θα τολμούσε να επιστρέψει για διακοπές στη γενέτειρα με την πενταμελή οικογένειά του, προκειμένου να του τα πω χύμα και τσουβαλάτα. Πάνω απ’ όλα να τον καθίσω στο εδώλιο του κατηγορουμένου και ν’ απαιτήσω απαντήσεις σε πολλά ενοχλητικά ερωτήματα.

 

Διανύουμε λοιπόν τη δεύτερη εβδομάδα των διακοπών του Δημοσθένη και το μεσημέρι της Δευτέρας τον απέσπασα από την οικογενειακή θαλπωρή, το ξενάγησα στη βεράντα του ανακαινισμένου ξενοδοχείου LUCY, όπου με απίστευτη σκληρότητα εκ μέρους μου και απίστευτη ειλικρίνεια εκ μέρους του, πραγματοποιήθηκε η ακόλουθη συζήτηση.

 


ΕΡ: Κατηγορούμενε απολογήσου. Κατηγορείσαι ότι ζεις κι εργάζεσαι στην Αθήνα, είσαι παιδικός φίλος με το Δήμαρχο Καβάλας κι επιμένεις να τρως το ψωμάκι από το στόμα των γραφιστών της γενέτειράς σου. Τι έχεις να πεις προς υπεράσπιση σου;

 

ΑΠ: Αποδέχομαι όλες τις κατηγορίες και δηλώνω ένοχος (γέλια). Το ότι ζω στην Αθήνα είναι αδιαμφισβήτητο. Όπως και το ότι η σχέση μου με το Δήμαρχο ήταν φιλική, ωστόσο έγινε στενότερη από τις δημοτικές εκλογές κι έπειτα.

 

Αναφορικά με το ...ψωμάκι που τρώω, διευκρινίζω ότι επιλέγονται να γίνονται από την ομάδα μου και εμένα μόνο κάποια πράγματα στρατηγικής σημασίας για την Καβάλα. Που επιβάλλουν μια προσέγγιση και μια εμπειρία βαθύτερη των συναδέλφων της πόλης. Μελετούμε θέματα που ξεπερνούν σε ένταση τα όρια της πόλης.

 

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το Φεστιβάλ Φιλίππων που είναι άκρως σημαντικό γεγονός, ένας μοχλός ανάπτυξης της πόλης. Επομένως χρήζει της καλύτερης δυνατής αντιμετώπισης σε επίπεδο επικοινωνίας, αλλά και σε καλλιτεχνικής διεύθυνσης.

 

Αυτονόητο καθήκον κάθε δημοτικής αρχής είναι να βοηθήσει την τοπική κοινωνία, και πράγματι αυτό συμβαίνει όταν ένας τομέας καλύπτεται επαρκώς τοπικά. Η πόλη πρέπει ν’ ανατρέχει πρώτα στις τοπικές πηγές αλλά δε θα πρέπει να περιορίζει εκεί τις επιλογές της προκειμένου να τραβήξει μπροστά.

 

Αν όσα αναζητά δε βρίσκονται στην Καβάλα, τότε θα πρέπει ν’ αναζητηθούν στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, ή ακόμη και στο εξωτερικό. Διαφορετικά θα επικρατεί συνεχώς μια εσωστρεφής κατάσταση, θα συνεχίζεται η ομφαλοσκόπηση και το έδαφος διαρκώς θα χάνεται. Αυτό όμως μάλλον δεν είναι πολύ έξυπνο.

 

Ενδεικτικό της εσωστρέφειας αυτής είναι το γεγονός ότι ο καταξιωμένος καβαλιώτης φωτογράφος Στράτος Καλαφάτης, πρώτη φορά κλήθηκε να φωτογραφίσει ένα θέμα για την πόλη του, αν κι έχει φωτογραφήσει σε όλα τα σημεία του ορίζοντα.  

 

 

ΕΡ: Γιατί φέτος επικράτησε τόσος διχασμός και τόση γκρίνια κι όλος αυτός ο θόρυβος τελικά ωφέλησε το 52οΦΦΚ;

 

ΑΠ: Επιτέλους το φεστιβάλ φέτος άρχισε να παίρνει τη μορφή που θα έπρεπε εδώ και τόσα χρόνια. Τα εύσημα ανήκουν κυρίως στον Κωστή Σιμιτσή για την πολιτική απόφαση του και στον Θοδωρή Γκόνη για καλλιτεχνικό σχεδιασμό και το όραμά του. Εγώ απλά κλήθηκα για να οπτικοποιήσω επικοινωνιακά αυτό που οι δυο τους συμφώνησαν πως θα έπρεπε να είναι το φεστιβάλ.

 

Ο Γκόνης είναι επιλογή Σιμιτσή, που τελικά πιστώνεται τα θετικά και τ’ αρνητικά της απόφασής του. Φυσικά όπως συνηθίζει να υποστηρίζει ο ίδιος ο Θοδωρής, το φεστιβάλ δεν ανήκει σε κανέναν, είναι της Καβάλας και πρέπει να ξεπερνά κατά πολύ τα τοπικά όρια.  Κάποιοι ήταν πριν το Γκόνη και το Σιμιτσή και κάποιοι θα έρθουν μετά από αυτούς. Ο θεσμός διανύει αισίως το 52ο έτος ύπαρξής του και κουβαλάει από μόνος του τη δική του ιστορία.

 

Όμως, για να έχει μια διοργάνωση το δικαίωμα να φέρει τη βαρύτητα της έννοιας Φεστιβάλ οφείλει να κάνει τις δικές της παραγωγές. Όταν απλά παρουσιάζει μια λιγότερο ή περισσότερο άρτια συλλογή παραστάσεων από αυτές που κυκλοφορούν στη θεατρική πιάτσα κάθε χρόνο, δύσκολα μπορεί να χαρακτηρισθεί φεστιβάλ.

 

 Ένας ακόμα στόχος της φετινής προσπάθειας, είναι για να δικαιολογηθεί επιτέλους η περιβόητη άποψη ότι διαθέτουμε το δεύτερο μεγαλύτερο φεστιβάλ της χώρας, μετά από εκείνο της Επιδαύρου. Όμως, δεν είναι θέμα μεγέθους, είναι θέμα σημαντικότητας. Κι αν δεν τολμήσουμε, αν δε ρισκάρουμε, αν δεν αναλάβουμε φρέσκιες πρωτοβουλίες που, στη συνέχεια, θα τις παρουσιάσουμε και σε άλλες πόλεις, τότε δε θα κερδίσουμε την πρόκληση της σημαντικότητας.

 

Άλλη καινοτομία είναι ότι φέτος ο θεσμός βγαίνει από τον παραδοσιακό χώρο του, το αρχαίο θέατρο των Φιλίππων, που βέβαια συνεχίζει ν’ αποτελεί το λίκνο της γενικής προσπάθειας. Μέσα από αυτή τη διεύρυνση της διοργάνωσης η ίδια η πόλη εμπλουτίζεται σε νέους χώρους, κάποιοι από τους οποίους θ’ αποτελέσουν και μελλοντικές εκπλήξεις. Ο άλλος σημαντικός φετινός άξονας της φετινής διοργάνωσης είναι τα πρόσωπα, που είτε είναι καβαλιώτες είτε σχετίζονται πνευματικά με την πόλη.

 

Η διαφορετικότητα που σημειώνεται φέτος επισύρει θετικές ή αρνητικές κριτικές και μας «ξεβολεύει» από όσα ξέραμε εδώ και χρόνια. Θέλω να ελπίζω ότι στο τέλος της προσπάθειας, η σούμα θα είναι θετική κι ότι η κοινωνία θα επικροτήσει. Πάντως μέχρι στιγμής, σε πολλές περιπτώσεις η ανταπόκριση του κόσμου ξεπέρασε κατά πολύ τ’ αναμενόμενα. Ευελπιστώ ότι την επόμενη χρονιά κάποιες πρωτοβουλίες θα βγουν κι εκτός καβαλιώτικων ορίων.

 

 

ΕΡ: Ο φετινός θόρυβος έφτασε στ’ αυτιά της Αθήνας;

 

ΑΠ: Αποτέλεσμα όλης αυτής της δυναμικής που αναπτύχθηκε φέτος, ήταν ν’ ακουστεί το φεστιβάλ πολλαπλάσια, από τα μέσα ενημέρωσης εκτός πόλεως, συγκριτικά με άλλες χρονιές. Αν αποτιμούσαμε σε χρήμα την σημαντική αυτή δημοσιότητα και καλούμασταν να την αγοράσουμε, θα οδηγούμασταν σε ένα νούμερο που καθρεφτίζει την φετινή εξωστρέφεια. Απλά, ίσως θα έπρεπε να δαπανήσουμε περισσότερα από τον προϋπολογισμό του ίδιου του φεστιβάλ!

 

Παραδοσιακά μέσα της πρωτεύουσας που δεν ασχολούνται με τα τεκταινόμενα της επαρχίας, φέτος ενδιαφέρθηκαν για το φετιβάλ μας. Το σπάσιμο του εμπάργκο είναι εξαιρετικά δύσκολο ή ακόμη κι αδύνατο. Όμως φέτος το πετύχαμε διότι τα μέσα διαπίστωσαν πως επιτέλους κάτι ενδιαφέρον συμβαίνει στην Καβάλα.

 

Τώρα, το πώς τα μέσα της Καβάλας εκλαμβάνουν και ερμηνεύουν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, σηκώνει πολύ συζήτηση. Ενώ θα έπρεπε να γίνεται δεκτό με πανηγυρισμούς, αντιμετωπίστηκε με μία στάση που συχνά ξεπέρασε τα όρια της κριτικής και κατάντησε μικροπρέπεια. 


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΠΡΩΙΝΗ» - 12/08/09 (part 2/2)

ΕΡ: Αν φέτος ο Δήμαρχος σου ζητούσε να αναλάβεις το δημιουργικό του φεστιβάλ, υπογραμμίζοντας ότι τα οικονομικά είναι τόσο στενά, ώστε δε θα μπορούσε να σε πληρώσει στο ακέραιο τη δουλειά σου, θα το αναλάμβανες;

 

ΑΠ: Μα αυτό ακριβώς ισχύει φέτος, όπως ίσχυσε και πέρσι και πρόπερσι. Ίσως τα ορατά νούμερα να δείχνουν μεγάλα για τα δεδομένα της πόλης. Αν όμως τα συγκρίνει κανείς με τις αμοιβές άλλων συναδέλφων, ή τα έξοδα άλλων διαδεδομένων θεσμών και φεστιβάλ, διαπιστώνει απλά ότι τελικά είναι μάλλον χαμηλά. Θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε απολύτως φυσιολογικά.

 

Για το γραφείο μας η δουλειά του φεστιβάλ δε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως απολύτως επικερδής. Αυτό φυσικά δε σημαίνει ότι είμαστε κακοπληρωμένοι, ότι μπαίνουμε μέσα, ή ότι ...παρέχουμε χορηγία! Ας πούμε ότι πληρωνόμαστε επαρκώς, έστω κι αν ορισμένοι στην Καβάλα ίσως και να υποστηρίζουν πως πληρωνόμαστε σκανδαλωδώς.

 

Τελικά, κάθε δουλειά σχετίζεται με το αποτέλεσμα που καταφέρνει. Το ΦΦΚ πρέπει να αναζητήσει επαγγελματικές συνεργασίες αντίστοιχες με τις φιλοδοξίες του. Είναι ενδεικτικό ότι ακούστηκαν απίστευτα πράγματα και για την αμοιβή του Γκόνη που ουσιαστικά είναι συμβολική.

 

Στο τέλος του φεστιβάλ θα μπούνε όλα σε μία «κατσαρόλα» και θα κριθεί το κόστος της διοργάνωσης, η δική μου αμοιβή, όπως και η αμοιβή του Θοδωρή. Αν το άθροισμα αποδειχθεί αρνητικό, τότε κάθε κριτική δεκτή. Αν όμως προκύψει θετικό, θα ήθελα (αν και δεν το περιμένω) να έχουν κάποιοι την παλικαριά και να το παραδεχτούν. Πάντως, αν ορισμένοι δε νιώθουν καμμία διάθεση αυτοκριτικής, αυτό είναι δικό τους πρόβλημα.  

 

 

ΕΡ: Μπορεί το έντυπο πρόγραμμα και η φυσαρμόνικα να σχολιάστηκαν θετικά, ωστόσο τα μπάνερ δέχθηκαν σκληρή κριτική. Υπήρχαν λάθη;

 

ΑΠ: Ειπώθηκαν πολλά, όπως πχ ότι τα μπάνερ δεν αποτυπώνουν την Καβάλα.  Αλλοίμονο, άν οτιδήποτε φτιάχνεται για την πόλη θα πρέπει να φέρει οπωσδήποτε τα τοπόσημά της, το Κάστρο και τις Καμάρες! Όμως, Καβάλα είναι και χιλιάδες άλλα πράγματα, εκτός από αυτά τα σημαντικότατα μνημεία που είναι δικά μας, δε θα φύγουν και δε θα μας τα πάρει κανείς. Από μόνος του ο τίτλος «Φεστιβάλ Φιλίππων – Καβάλας» είναι επαρκή ένδειξη εντοπιότητας.

 

Τα μπάνερ σχεδιάσθηκαν για να είναι «δίδυμα». Το κεντρικό-αφίσα του φεστιβάλ παραμένει σταθερό και περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία, ενώ δίπλα εναλλάσσεται μια άλλη σειρά με τα νέα κομμάτια του θεσμού, δηλαδή τους χώρους  και τα πρόσωπα.

 

Θεωρήσαμε ότι εντός της Καβάλας θα έπρεπε να αυτά που είναι καινούργιες προτάσεις του Φεστιβάλ, καθώς το βασικό κομμάτι του αρχαίου θεάτρου έχει αυτονόητα μικρότερες ανάγκες προβολής, αφού καταμετρά μια διαδρομή 52 χρόνων.  Η προσέλευση του κοινού στις εκδηλώσεις εντός πόλης, αποδεικνύει ότι μάλλον ορθώς προβλήθηκε το συγκεκριμένο τμήμα της διοργάνωσης.

 

Κάτι άλλο που σχολιάστηκε ήταν το πόσο ευανάγνωστα ήταν τα μπάνερ. Στόχος τους όμως δεν ήταν να πληροφορήσουν σε βάθος, αλλά να κάνουν εντύπωση και να ευαισθητοποιήσουν τον θεατή, προκειμένου ν’ ανατρέξει στις υπόλοιπες πηγές πληροφόρησης. Η πόλη στολίστηκε, τα μπάνερ προσέλκυσαν την προσοχή, αλλά η βασική πληροφορία που δίνεται είναι «Φεστιβάλ».

 

Θα ήταν ηλίθιο αν αποσκοπούσαμε στην προσέλκυση της προσοχής των οδηγών, αφού αυτό θα θεωρούνταν ανήκουστο κι επιπλέον απαγορεύεται αυστηρά από το νόμο. Σκεφτείτε εάν τα μπάνερ ήταν τόσο ενδιαφέροντα, ώστε να προκαλούσανε ατυχήματα (γέλια).     

 

 

ΕΡ: Υπήρξαν κριτικές που ειπώθηκαν και ίσως σε πλήγωσαν;

 

ΑΠ: Πριν από όλα είμαι επαγγελματίας και, όπως όλοι, κρίνομαι εκ του τελικού αποτελέσματος. Αν αυτό είναι κακό, καλώς ακούω όσα μου προσάπτουν. Ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τα λεγόμενά του. Άλλωστε τελικά και ο κριτής κρίνεται.

 

Για μένα, η έννοια της κριτικής είναι καθημερινή διαδικασία για οτιδήποτε κάνω στην επαγγελματική μου καριέρα. Για να έχω φτάσει έπειτα από 25 χρόνια στο σημερινό σημείο και για να έχω τη χαρά να είμαι επικεφαλής μιας 10μελούς ομάδας, που έχει πελάτες της κάποια από τα μεγαλύτερα ονόματα της χώρας, μάλλον κάτι κάνουμε σωστά.

 

Η επικοινωνία εκθέτει μια ιδέα στο κοινό. Το πόσο ορθά γίνεται αυτό εξαρτάται άμεσα  από την άποψη του κόσμου και το πόσοι αποφασίζουν να υιοθετήσουν την ιδέα, το προϊόν, τη διοργάνωση.

 

Μοιραία λοιπόν όλοι έχουν άποψη για τη δουλειά μας και οφείλουμε να συμβιβαζόμαστε μ’ αυτό. Είμαστε υποχρεωμένοι να αναζητήσουμε την επίγευση, θετική ή αρνητική, προκειμένου να κεφαλοποιήσουμε ή να διορθώσουμε το αποτέλεσμα της δουλειάς μας. Δηλαδή , εξ ορισμού δεχόμαστε την κριτική. Τώρα, είναι άλλη συζήτηση το αν απαντούμε σ’ αυτή. Συνήθως δεν έχει νόημα να απαντήσει κανείς.

 

Φροντίζουμε να κάνουμε τη δουλειά μας όσο καλύτερα μπορούμε κι ελπίζουμε ότι θα γίνει αντιληπτή θετικά. Φέτος, αν και δε έλειψαν οι αντίθετες κορωνίδες, φαίνεται πως κάτι καλό κάναμε. Εξάλλου, αν δε γινόταν κάτι ουσιαστικό, δε θα ξεσήκωνε και τόσο μεγάλη συζήτηση.

 

Απλά θυμίζω ξανά ότι ουδείς είναι υπεράνω κριτικής, ούτε καν ο ίδιος ο κριτής.

 

 

 

ΕΡ: Γιατί όποιος σε γνωρίζει από κοντά αναρωτιέται εάν πράγματι εσύ είσαι ο «εθνικός μακετίστας»;

 

ΑΠ: Καταρχήν να ευχαριστήσω τον εμπνευστή του τίτλου αυτού που με τιμά ιδιαίτερα. Μετά από όσους τίτλους έτυχε να φέρω στη διάρκεια της καριέρας μου, αυτός είναι ίσως ο πλέον τιμητικός, καθώς προέρχεται από την πόλη μου. Αφήστε που αν έπρεπε να καταβάλω το αντίτιμο τόσης προβολής, θα αναγκαζόμουν να πληρώσω πολλά (γέλια). 

 

Αποδέχομαι λοιπόν τον τίτλο και μάλιστα σκέφτηκα να τυπώσω ακόμη και κάρτες όπου θα τον περιελάμβανα. Τελικά δεν το έπραξα γιατί δε γνώριζα πως θα εκλαμβάνονταν το χιούμορ (γέλια).

 

Πολλές φορές η εμπλοκή με σημαντικά πράγματα, έχει αντίκτυπο και στο πρόσωπο. Εγώ δεν είμαι τίποτε περισσότερο από τη δουλειά που κάνω. Δε διεκδικώ κάτι άλλο, δε φιλοδοξώ να είμαι κάτι παραπάνω. Ανδριάντας γραφίστα δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Είμαστε κλασικές περιπτώσεις εργαζομένων στον τομέα της επικοινωνίας. Είμαστε τόσο καλοί, όσο εύστοχοι αποδειχθήκαμε στην τελευταία μελέτη μας. Αρκεί μια κακή στιγμή για να χάσουμε κεκτημένα ετών.

 

Η συμβολή μας εξαντλείται στο να υπηρετούμε το σκοπό που μας εμπιστεύονται κάθε φορά. Ως προσωπικότητες μάλιστα, επιλέγουμε να μη υπογράφουμε καν κάποιες δουλειές μας. Όμως, αυτή η υπηρέτηση του σκοπού δε θα έπρεπε να έχει την οποιαδήποτε προσωπική αντανάκλαση.

 

 

ΕΡ: Περνάς καλά στην Καβάλα;

 

ΑΠ: Όπως πάντα, καταπληκτικά! Η Καβάλα είναι η πόλη μου, το «χωριό» μου όπως την αποκαλώ όταν βρίσκομαι στην Αθήνα. Συνειδητά, δεν έκοψα ποτέ τους δεσμούς μου με την πόλη. Αν και κάποιοι ισχυρίζονται το αντίθετο, δεν ...προσγειώθηκα σήμερα στην Καβάλα, αλλά πριν από 47 χρόνια με ευθύνη των γονιών μου (γέλια).

 

Οι σχέσεις μου με την πόλη, με συγγενείς και φίλους παραμένουν δυνατές. Μάλιστα, από το 2006 και μετά εξαιτίας του Κωστή Σιμιτσή, είχα την ευκαιρία να φρεσκάρω και να εμπλουτίσω τις επαφές μου με τους ανθρώπους της πόλης μου και φροντίζω να τις διατηρώ. Έγινα κατά αρκετούς φίλους πλουσιότερος, κάτι για το οποίο χαίρομαι ιδιαίτερα.

 

Στην Καβάλα όμως περνούν πολύ καλά και τα παιδιά μου. Είναι πολύ περήφανα για την καβαλιώτικη καταγωγή τους, στοιχείο που καλλιεργούμε από κοινού με τη σύζυγό μου, που έζησε εδώ όλα τα παιδικά και τα εφηβικά της χρόνια. Θέλουμε να αισθάνονται τα παιδιά μας ότι έχουν κάπου ρίζες.

 

Στην πρωτεύουσα, όλοι λίγο – πολύ είμαστε «οικονομικοί μετανάστες», το ίδιο κι εγώ. Μπορεί να ζω και να εργάζομαι στην Αθήνα, ποτέ όμως δεν έπαψα να είμαι και να νοιώθω καβαλιώτης.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009